Μετάβαση στο περιεχόμενο

kuri

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]
ρήμα kuri
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας kuras kuranta kurata
αόριστος kuris kurinta kurita
μέλλοντας kuros kuronta kurota
υποθετική kurus - -
προστακτική kuru - -

kuri (eo)