Μετάβαση στο περιεχόμενο

πανέτοιμος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πανέτοιμος η πανέτοιμη το πανέτοιμο
      γενική του πανέτοιμου της πανέτοιμης του πανέτοιμου
    αιτιατική τον πανέτοιμο την πανέτοιμη το πανέτοιμο
     κλητική πανέτοιμε πανέτοιμη πανέτοιμο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πανέτοιμοι οι πανέτοιμες τα πανέτοιμα
      γενική των πανέτοιμων των πανέτοιμων των πανέτοιμων
    αιτιατική τους πανέτοιμους τις πανέτοιμες τα πανέτοιμα
     κλητική πανέτοιμοι πανέτοιμες πανέτοιμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πανέτοιμος < παν- + έτοιμος < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική tout prêt[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /paˈne.ti.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πανέτοιμος

Επίθετο

[επεξεργασία]

πανέτοιμος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πανέτοιμος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. πανέτοιμος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας