διασκευή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διασκευή οι διασκευές
      γενική της διασκευής των διασκευών
    αιτιατική τη διασκευή τις διασκευές
     κλητική διασκευή διασκευές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασκευή < ελληνιστική κοινή διασκευή < αρχαία ελληνική διά + σκευή (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική arrangement)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.skε.ˈvi/ και /ðʝa.skε.ˈvi/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διασκευή θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική διασκευή αἱ διασκευαί
      γενική τῆς διασκευῆς τῶν διασκευῶν
      δοτική τῇ διασκευ ταῖς διασκευαῖς
    αιτιατική τὴν διασκευήν τὰς διασκευᾱ́ς
     κλητική ! διασκευή διασκευαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διασκευᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  διασκευαῖν
1η κλίση όπως «τιμή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασκευή < διά + αρχαία ελληνική σκευή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διασκευή θηλυκό

  1. (ελληνιστική κοινή) κατασκευή
  2. (ελληνιστική κοινή) εξοπλισμός
  3. (ελληνιστική κοινή) διασκευή, τροποποίηση
  4. (ελληνιστική κοινή) (θέατρο) παράσταση