διασκευάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασκευάζω < ελληνιστική κοινή διασκευάζω < αρχαία ελληνική διασκευάζομαι < διά + σκευάζω < σκευή (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική arranger)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.skε.ˈva.zɔ/ και /ðʝa.skε.ˈva.zɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

διασκευάζω (παθητική φωνή: διασκευάζομαι)

  • δίνω σε κάτι μια άλλη μορφή, ώστε να εξυπηρετήσει άλλες ανάγκες
    μια ομάδα φοιτητών ανέλαβε να διασκευάσει την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας σε θεατρικό έργο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διασκευάζω < αρχαία ελληνική διασκευάζομαι < διά + σκευάζω < σκευή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διασκευάζω

  1. (ελληνιστική κοινή) συγυρίζω
  2. (ελληνιστική κοινή) στολίζω
  3. (ελληνιστική κοινή) αναθεωρώ ή διορθώνω κάποιο κείμενο ή βιβλίο