αρμόνικα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Φυσαρμόνικες
     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αρμόνικα οι αρμόνικες
      γενική της αρμόνικας
    αιτιατική την αρμόνικα τις αρμόνικες
     κλητική αρμόνικα αρμόνικες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρμόνικα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aɾ.ˈmɔ.ni.ka/
Αρμόνικα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρμόνικα θηλυκό

  1. (μουσικά όργανα)[1][3] φυσαρμόνικα
  2. (μουσικά όργανα)[2] μικρό όργανο με μεταλλικά γλωσσίδια όπως η φυσαρμόνικα, ή το ακορντεόν
  3. (μουσικά όργανα) [3] μουσικό όργανο με σειρά γυάλινων ποτηριών που παράγουν με την τριβή των δακτύλων διαφορετικούς ήχους, ανάλογα με το νερό που περιέχουν [4]
  4. (μέρος οργάνου) [3] ξύλινος σωλήνας μεγάλου εκκλησιαστικού οργάνου που βρίσκεται κοντά στο πόδειο.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 αρμόνικα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. 2,0 2,1 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. 3,0 3,1 3,2 Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία. 
  4. Βλ. και τη σημείωση στη λέξη 'ευφώνιο'