πλάγια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

πλάγια

  1. θηλυκό του πλάγιος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
    λόγιο: πλαγία
  2. ουδέτερο του πλάγιος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλάγια ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου:

  1. το πλαϊνό μέρος, το πλάι
    τον χτύπησε στα πλάγια

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

του το έφερε πλάγια, με τρόπο, για να μην έρθουν σε αντιπαράθεση

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]