δοκεῖ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

δοκεῖ

  1. γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δοκέω
  2. β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δοκοῦμαι