αμφίβολος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αμφίβολος < αρχαία ελληνική ἀμφίβολος < ἀμφί- + βάλλω (: χτυπώ)
- η αρχική σημασία της λέξης ήταν «αυτός που βάλλεται από όλες τις πλευρές»
Επίθετο
[επεξεργασία]αμφίβολος, -η, -ο
- αυτός για τον οποίο υπάρχουν αμφιβολίες
η μέθοδός της είναι σωστή αλλά το αποτέλεσμα αμφίβολο
Συγγενικά
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις για το επίθετο
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αμφίβολος < γαλλική amphibole (επινόηση του René Just Haüy, λόγω των πολλών μορφών του που δημιουργούσαν αμφιβολία για το αν ήταν στην ίδια ομάδα ορυκτών) < αρχαία ελληνική ἀμφίβολος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αμφίβολος αρσενικό
- (ορυκτολογία) ορυκτό, ομάδα μεταμορφωμένων πετρωμάτων
- ※ O αμφιβολίτης είναι ένα μεταμορφωμένο πέτρωμα, το οποίο αποτελείται κυρίως από ορυκτά της ομάδας των αμφιβόλων (κεροστίλβη, ακτινόλιθος) και Ca-Na-ούχο άστριο (πλαγιόκλαστο). Εμφανίζεται με βαθυπράσινο χρώμα και χαρακτηρίζεται από ασθενή έως καθόλου σχιστότητα. Ο αμφιβολίτης εμφανίζεται σε αρκετές περιοχές στην Ελλάδα, σε πεδία με μεταμορφωμένα πετρώματα.
- Αμφιβολίτης, @orykta.gr, ημερομηνία ανάκτησης: 25-04-2024.
- ※ O αμφιβολίτης είναι ένα μεταμορφωμένο πέτρωμα, το οποίο αποτελείται κυρίως από ορυκτά της ομάδας των αμφιβόλων (κεροστίλβη, ακτινόλιθος) και Ca-Na-ούχο άστριο (πλαγιόκλαστο). Εμφανίζεται με βαθυπράσινο χρώμα και χαρακτηρίζεται από ασθενή έως καθόλου σχιστότητα. Ο αμφιβολίτης εμφανίζεται σε αρκετές περιοχές στην Ελλάδα, σε πεδία με μεταμορφωμένα πετρώματα.
Μεταφράσεις για το ορυκτό
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ἀμφί- (αρχαία ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Ορυκτολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)