Μετάβαση στο περιεχόμενο

αμφίβολος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αμφίβολος η αμφίβολη το αμφίβολο
      γενική του αμφίβολου της αμφίβολης του αμφίβολου
    αιτιατική τον αμφίβολο την αμφίβολη το αμφίβολο
     κλητική αμφίβολε αμφίβολη αμφίβολο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αμφίβολοι οι αμφίβολες τα αμφίβολα
      γενική των αμφίβολων των αμφίβολων των αμφίβολων
    αιτιατική τους αμφίβολους τις αμφίβολες τα αμφίβολα
     κλητική αμφίβολοι αμφίβολες αμφίβολα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αμφίβολος < αρχαία ελληνική ἀμφίβολος < ἀμφί- + βάλλω (: χτυπώ)
η αρχική σημασία της λέξης ήταν «αυτός που βάλλεται από όλες τις πλευρές»

Επίθετο

[επεξεργασία]

αμφίβολος, -η, -ο

  • αυτός για τον οποίο υπάρχουν αμφιβολίες
    παράδειγμα  η μέθοδός της είναι σωστή αλλά το αποτέλεσμα αμφίβολο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις για το επίθετο

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αμφίβολος < γαλλική amphibole (επινόηση του René Just Haüy, λόγω των πολλών μορφών του που δημιουργούσαν αμφιβολία για το αν ήταν στην ίδια ομάδα ορυκτών) < αρχαία ελληνική ἀμφίβολος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αμφίβολος αρσενικό

Μεταφράσεις για το ορυκτό

[επεξεργασία]