αμφιβάλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμφιβάλλω < αρχαία ελληνική ἀμφιβάλλω < ἀμφι- (αμφι-) + βάλλω.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αμφιβάλλω, πρτ.: αμφέβαλλα, στ.μέλλ.: θα αμφιβάλω, αόρ.: αμφέβαλα

  1. (+ για + αιτιατική) διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για το αν κάτι είναι πρέπον, ορθό ή καλό κ.λ.π

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]