doubt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

doubt < μέση αγγλική douten < αγγλονορμανδική douter < παλαιά γαλλική douter < λατινική dubito

Ρήμα[επεξεργασία]

doubt (en)

  1. αμφιβάλλω
  2. αμφισβητώ

Ετυμολογία [επεξεργασία]

doubt < μέση αγγλική doute < αγγλονορμανδική doute < παλαιά γαλλική doute < λατινική dubita < dubito

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

doubt (en)

  1. αμφιβολία, αβεβαιότητα
  2. υποψία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Εκφράσεις[επεξεργασία]