αγγλονορμανδικά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγλονορμανδικά < αγγλονορμανδικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγγλονορμανδικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. η ρομανική γλώσσα που μιλιόταν στην Αγγλία από τις άρχουσες τάξεις μετά την κατάκτησή της, το 1066, από τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή, δούκα της Νορμανδίας
  2. μορφή αυτής της γλώσσας που χρησιμοποιούσε το αγγλικό δίκαιο μέχρι τον 17ο αιώνα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]