beyond a reasonable doubt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

beyond a reasonable doubt (en)

  1. πέραν πάσης αμφιβολίας, πειστικά, πέραν εύλογης αμφισβήτησης