λοξοκοιτάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λοξοκοιτάζω < λοξά + κοιτάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λοξοκοιτάζω, πρτ.: λοξοκοίταζα, στ.μέλλ.: θα λοξοκοιτάξω, αόρ.: λοξοκοίταξα

  1. κοιτάζω λοξά, πλάγια
  2. κοιτάζω κάποιον με καχυποψία

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]