ιδιόρρυθμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ιδιόρρυθμος ιδιόρρυθμη ιδιόρρυθμο
γενική ιδιόρρυθμου ιδιόρρυθμης ιδιόρρυθμου
αιτιατική ιδιόρρυθμο ιδιόρρυθμη ιδιόρρυθμο
κλητική ιδιόρρυθμε ιδιόρρυθμη ιδιόρρυθμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιδιόρρυθμοι ιδιόρρυθμες ιδιόρρυθμα
γενική ιδιόρρυθμων ιδιόρρυθμων ιδιόρρυθμων
αιτιατική ιδιόρρυθμους ιδιόρρυθμες ιδιόρρυθμα
κλητική ιδιόρρυθμοι ιδιόρρυθμες ιδιόρρυθμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδιόρρυθμος < ίδιος + ρυθμός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ði.ˈɔ.ɾi.θmɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.ði.ˈɔ.ɾi.θmi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.ði.ˈɔ.ɾi.θmɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ιδιόρρυθμος, -η, -ο

  1. που είναι διαφορετικός, που αποκλίνει, που έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εκκεντρικός, παράξενος, περίεργος
  2. (θρησκεία) μοναστήρι όπου επιτρέπεται κάθε μοναχός να ακολουθεί δικό του τρόπο ζωής, να έχει ατομική περιουσία, να μετέχει στις κοινές ακολουθίες κ.λπ.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]