λύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λύωδείτε και τη λέξη λύνω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈli.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λύ‐ω

Ρήμα[επεξεργασία]

λύω, πρτ.: έλυα, αόρ.: έλυσα, παθ.φωνή: λύομαι, μτχ.π.ε.: λυόμενος, π.αόρ.: λύθηκα, μτχ.π.π.: λελυμένος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  λύω   λύομαι 
Παρατατικός  ἔλυον   ἐλυόμην 
Μέλλοντας  λύσω   λύσομαι & λυθήσομαι 
Αόριστος  ἔλυσα   ἐλυσάμην & ἐλύθην 
Παρακείμενος  λέλυκα   λέλυμαι 
Υπερσυντέλικος  ἐλελύκειν   ἐλελύμην 
Συντελ.Μέλλ.  λελυκώς ἔσομαι   λελύσομαι 
θέμα λῡ-, με εξαίρεση λελῠκ-, λελῠμ-, λῠθ-

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lewH-

Ρήμα[επεξεργασία]

λύω (παθητική φωνή: λύομαι)

  1. λύνω, ανοίγω
    λύω ζωστῆρα
    λυσαμένα πλοκαμῖδας: αφού έλυσε τα μαλλιά της
    κλῄθρων λυθέντων: όταν άνοιξαν οι πύλες
    λύω γράμματα: ανοίγω ένα γράμμα
    λύω στόμα: ανοίγω το στόμα
    λύω βλεφάρων ἕδραν: ανοίγω τα βλέφαρα, ξυπνώ (αλλά και το αντίστροφο, δείτε παρακάτω)
  2. λύνω, απελευθερώνω
    λίσσετο δ’ αἰεὶ // Ἥφαιστον κλυτοεργόν, ὅπως λύσειεν Ἄρηα (Οδύσσεια, θ 345)
  3. χαλαρώνω, στερώ τη δύναμη (όπως στο νεοελληνικό «μου λύθηκαν τα γόνατα»)
    ὅς τοι γούνατ’ ἔλυσα (Ιλιάδα Χ335)
    λύει κελαινὰ βλέφαρα: τα μάτια της έκλεισαν (Σοφοκλής, Αντιγόνη, 1300-1)
  4. καταστρέφω, διαλύω, ακυρώνω
    λύω φόβον, λύω νόμον, λύω τάς σπονδάς
  5. λύνω ένα πρόβλημα
  6. εξιλεώνω, ανταποδίδω
  7. απαλλάσσω
    • τέλη λύειν: ωφελώ (→ δείτε τη λέξη λυσιτελής)
      ※  Φεῦ φεῦ, φρονεῖν ὡς δεινὸν ἔνθα μὴ τέλη λύῃ φρονοῦντι
      Αλίμονο, πόσο φοβερή είναι η γνώση όταν δεν ωφελεί αυτόν που την έχει
      (Σοφοκλῆς, Οἰδίπους Τύραννος, 316-7 @greek-language.gr)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]