λυσιτελής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λυσιτελής λυσιτελής λυσιτελές
γενική λυσιτελούς λυσιτελούς λυσιτελούς
αιτιατική λυσιτελή λυσιτελή λυσιτελές
κλητική λυσιτελή(ς) λυσιτελής λυσιτελές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λυσιτελείς λυσιτελείς λυσιτελή
γενική λυσιτελών λυσιτελών λυσιτελών
αιτιατική λυσιτελείς λυσιτελείς λυσιτελή
κλητική λυσιτελείς λυσιτελείς λυσιτελή


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λυσιτελής < αρχαία ελληνική λυσιτελής < λύω (βλέπε σημ. #7) + τέλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λυσιτελής, -ής, -ές

  1. κατάλληλος για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου τέλους σε μία δεδομένη κατάσταση
    Περιγράψτε τις ενέργειες στις οποίες θα προβείτε για τη λυσιτελή υλοποίηση του έργου.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]