λύσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύσις < αρχαία ελληνική λύσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λύσις θηλυκό

  1. (λόγιο) λύση, λύσιμο



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύσις < λύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λύσις θηλυκό

  1. λύση, αποδέσμευση, λύσιμο
  2. απελευθέρωση
  3. απαλλαγή, κάθαρση
  4. αποχωρισμός
  5. διαζύγιο
  6. εξήγηση ενός ακατανόητου φαινομένου
  7. ανασκευή ενός επιχειρήματος, αναίρεση
  8. λύση, εύρεση αυτού που ζητάμε σε ένα πρόβλημα, στην υπόθεση ενός έργου κλπ.
  9. (γραμματική) χωρισμός ενός φωνήεντος σε δύο άλλα ή μίας λέξης σε δύο διαφορετικές
    ἥλιος, ἠέλιος

Εκφράσεις[επεξεργασία]