ενέχυρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενέχυρο ενέχυρα
γενική ενεχύρου
& ενέχυρου
ενεχύρων
& ενέχυρων
αιτιατική ενέχυρο ενέχυρα
κλητική ενέχυρο ενέχυρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενέχυρο < αρχαία ελληνική ἐνέχυρον < ἐν + ἐχυρός (ἐν ἐχύρῳ: με ασφάλεια) < ἔχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενέχυρο ουδέτερο

  1. υποθήκη, εγγύηση, αμανάτι
  2. (νομικός όρος) πρόκειται για την ασφάλεια του δανειστή σε περίπτωση μη καταβολής χρέους από τη μεριά του δανειζόμενου και αφορά μόνο κίνητα πράγματα και δικαιώματα
    έβαλε ενέχυρο ό,τι είχε και δεν είχε για να πάρει το δάνειο, αλλά το σπίτι του ούτε κατά διάνοια

συγγενείς[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]