ενεχυριάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐνεχυριάζω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενεχυριάζω < ελληνιστική κοινή ἐνεχυριάζω / ἐνεχυράζω < αρχαία ελληνική ἐνέχυρον < ἐχυρός / ὀχυρός < ἔχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *seǵʰ- (έχω, κατέχω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.nε.xi.ɾi.ˈa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεχυριάζω (παθητική φωνή: ενεχυριάζομαι)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]