gage
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| gage | gages |
gage (fr) αρσενικό
- (νομικός όρος) το ενέχυρο
- η εγγύηση
| ενικός | πληθυντικός |
| gage | gages |
gage (fr) αρσενικό