IG

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

IG < Investment Grade

Συντομομορφή[επεξεργασία]

IG (en) αρκτικόλεξο



Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. I.G. < αρχικά των συνθετικών του όρου IndustrieGewerkschaft < → δείτε τις λέξεις Industrie και Gewerkschaft
  2. I.G. < σύντμηση του όρου InteressenGemeinschaft < → δείτε τις λέξεις Interesse και Gemeinschaft

Συντομομορφή[επεξεργασία]

I.G. συντομογραφία

  1. συνδικάτο, σωματείο εργατών σε έναν κλάδο της βιομηχανίας
    IG Metall (το Συνδικάτο των Εργατών της Βιομηχανίας Μετάλλου)
  2. σύμπραξη φυσικών προσώπων ή/και εταιρειών στη βάση κοινού ενδιαφέροντος ή συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένης της κοινής οικονομικής ή εμπορικής δραστηριότητας
    (γενικότερα)
    1. IG Bildende Kunst (επαγγελματικός φορέας εικαστικών καλλιτεχνών)
    2. IG Farben (βιομηχανία χημικών προϊόντων)
    δείτε τις λέξεις κοινοπραξία και Κοινοπραξία

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

IG < Inscriptiones Graecae (πληθυντικός, θηλυκό)

Συντομομορφή[επεξεργασία]

IG συντομογραφία (νεολατινική)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]