Μετάβαση στο περιεχόμενο

σωματείο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σωματείο τα σωματεία
      γενική του σωματείου των σωματείων
    αιτιατική το σωματείο τα σωματεία
     κλητική σωματείο σωματεία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σωματείο < (ελληνιστική κοινή) σωματεῖον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σωματείο ουδέτερο

  1. το νομικό πρόσωπο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα
      Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)
  2. (ειδικότερα) (συνδικαλισμός) ο σύλλογος εργαζομένων σε μια επιχείρηση ή έναν τομέα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]