λῦμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική λῦμα λύματε λύματα
Γενική λύματος λυμάτοιν λυμάτων
Δοτική λύματι λυμάτοιν λύμασι
Αιτιατική λῦμα λύματε λύματα
Κλητική λῦμα λύματε λύματα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. λῦμα < λούω
  2. λῦμα < λύω

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

λῦμα ουδέτερο

  1. νερό για πλύσιμο
  2. ρύπος, ακαθαρσία
  3. λύμα, βρομόνερο
  4. (μεταφορικά) ηθική βρομιά, ντροπή, ατιμία
  5. ανήθικος άνθρωπος
  6. όλεθρος
     συνώνυμα: λύμη

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

λῦμα ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]