ακαθαρσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακαθαρσία ακαθαρσίες
γενική ακαθαρσίας ακαθαρσιών
αιτιατική ακαθαρσία ακαθαρσίες
κλητική ακαθαρσία ακαθαρσίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακαθαρσία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ακαθαρσία θηλυκό

  1. κάτι που βρομίζει
  2. (συνήθως στον πληθυντικό) κόπρανα σε δημόσιο χώρο

32πχ Μεταφράσεις[]