καταλύω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καταλύω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική καταλύω < αρχαία ελληνική καταλύω. Νεότερες σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική catalyser[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + λύω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.taˈli.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐τα‐λύ‐ω
Ρήμα
[επεξεργασία]καταλύω, αόρ.: κατέλυσα, παθ.φωνή: καταλύομαι, π.αόρ.: καταλύθηκα, μτχ.π.π.: καταλυμένος
- (μεταβατικό) διαλύω, καταστρέφω, παραλύω, καταργώ
- (θρησκεία) σταματάω την νηστεία τρώγοντας τροφές αρτυμένες
- (θρησκεία) κοινωνώ την υπόλοιπη Θεία Κοινωνία που έχει απομείνει στο δισκοπότηρο (για ιερέα)
- ((αμετάβατο), μόνο στην ενεργητική φωνή)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | καταλύω | κατέλυα | θα καταλύω | να καταλύω | καταλύοντας | |
| β' ενικ. | καταλύεις | κατέλυες | θα καταλύεις | να καταλύεις | κατάλυε | |
| γ' ενικ. | καταλύει | κατέλυε | θα καταλύει | να καταλύει | ||
| α' πληθ. | καταλύουμε | καταλύαμε | θα καταλύουμε | να καταλύουμε | ||
| β' πληθ. | καταλύετε | καταλύατε | θα καταλύετε | να καταλύετε | καταλύετε | |
| γ' πληθ. | καταλύουν(ε) | κατέλυαν καταλύαν(ε) |
θα καταλύουν(ε) | να καταλύουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κατέλυσα | θα καταλύσω | να καταλύσω | καταλύσει | ||
| β' ενικ. | κατέλυσες | θα καταλύσεις | να καταλύσεις | κατάλυσε | ||
| γ' ενικ. | κατέλυσε | θα καταλύσει | να καταλύσει | |||
| α' πληθ. | καταλύσαμε | θα καταλύσουμε | να καταλύσουμε | |||
| β' πληθ. | καταλύσατε | θα καταλύσετε | να καταλύσετε | καταλύστε | ||
| γ' πληθ. | κατέλυσαν καταλύσαν(ε) |
θα καταλύσουν(ε) | να καταλύσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω καταλύσει | είχα καταλύσει | θα έχω καταλύσει | να έχω καταλύσει | ||
| β' ενικ. | έχεις καταλύσει | είχες καταλύσει | θα έχεις καταλύσει | να έχεις καταλύσει | έχε καταλυμένο | |
| γ' ενικ. | έχει καταλύσει | είχε καταλύσει | θα έχει καταλύσει | να έχει καταλύσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε καταλύσει | είχαμε καταλύσει | θα έχουμε καταλύσει | να έχουμε καταλύσει | ||
| β' πληθ. | έχετε καταλύσει | είχατε καταλύσει | θα έχετε καταλύσει | να έχετε καταλύσει | έχετε καταλυμένο | |
| γ' πληθ. | έχουν καταλύσει | είχαν καταλύσει | θα έχουν καταλύσει | να έχουν καταλύσει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) καταλυμένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) καταλυμένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) καταλυμένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) καταλυμένο | |||||
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | καταλύομαι | καταλυόμουν(α) | θα καταλύομαι | να καταλύομαι | ||
| β' ενικ. | καταλύεσαι | καταλυόσουν(α) | θα καταλύεσαι | να καταλύεσαι | ||
| γ' ενικ. | καταλύεται | καταλυόταν(ε) | θα καταλύεται | να καταλύεται | ||
| α' πληθ. | καταλυόμαστε | καταλυόμαστε καταλυόμασταν |
θα καταλυόμαστε | να καταλυόμαστε | ||
| β' πληθ. | καταλύεστε | καταλυόσαστε καταλυόσασταν |
θα καταλύεστε | να καταλύεστε | (καταλύεστε) | |
| γ' πληθ. | καταλύονται | καταλύονταν καταλυόντουσαν |
θα καταλύονται | να καταλύονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | καταλύθηκα | θα καταλυθώ | να καταλυθώ | καταλυθεί | ||
| β' ενικ. | καταλύθηκες | θα καταλυθείς | να καταλυθείς | καταλύσου | ||
| γ' ενικ. | καταλύθηκε | θα καταλυθεί | να καταλυθεί | |||
| α' πληθ. | καταλυθήκαμε | θα καταλυθούμε | να καταλυθούμε | |||
| β' πληθ. | καταλυθήκατε | θα καταλυθείτε | να καταλυθείτε | καταλυθείτε | ||
| γ' πληθ. | καταλύθηκαν καταλυθήκαν(ε) |
θα καταλυθούν(ε) | να καταλυθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω καταλυθεί | είχα καταλυθεί | θα έχω καταλυθεί | να έχω καταλυθεί | καταλυμένος | |
| β' ενικ. | έχεις καταλυθεί | είχες καταλυθεί | θα έχεις καταλυθεί | να έχεις καταλυθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει καταλυθεί | είχε καταλυθεί | θα έχει καταλυθεί | να έχει καταλυθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε καταλυθεί | είχαμε καταλυθεί | θα έχουμε καταλυθεί | να έχουμε καταλυθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε καταλυθεί | είχατε καταλυθεί | θα έχετε καταλυθεί | να έχετε καταλυθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν καταλυθεί | είχαν καταλυθεί | θα έχουν καταλυθεί | να έχουν καταλυθεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι καταλυμένος - είμαστε, είστε, είναι καταλυμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν καταλυμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν καταλυμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι καταλυμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι καταλυμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι καταλυμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι καταλυμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διαλύω, καταστρέφω, παραλύω, καταργώ
κοινωνώ την υπόλοιπη Θεία Κοινωνία
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ καταλύω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- 1 2 Χωρίς παθητική φωνή.
Πηγές
[επεξεργασία]- καταλύω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.ta.ly̌ː.ɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κατα‐λύ‐ω
Ρήμα
[επεξεργασία]καταλύω (ᾰᾰῡ)
- καταρρίπτω, καταστρέφω
- (για πολιτικά συστήματα), διαλύω, καταργώ, καταστέλλω, ανατρέπω
- διαλύω, καταργώ πολιτικό ή στρατιωτικό σώμα
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 5 (Τερψιχόρη), 72.1
- ταῦτα δὲ ποιήσας δεύτερα τὴν βουλὴν καταλύειν ἐπειρᾶτο, τριηκοσίοισι δὲ τοῖσι Ἰσαγόρεω στασιώτῃσι τὰς ἀρχὰς ἐνεχείριζε.
- Δεύτερη ενέργειά του ύστερ᾽ απ᾽ αυτή την πράξη του: να καταργήσει τη βουλή και να δώσει όλα τ᾽ αξιώματα στα χέρια τριακοσίων οπαδών του Ισαγόρα.
- Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- παραμελώ την φύλαξη, αμελώ την φρούρηση
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Σφῆκες, στίχ. 2
- φυλακὴν καταλύειν νυκτερινὴν διδάσκομαι.
- Μαθαίνω πώς χαλά η φρουρά της νύχτας.
- Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greek‑language.gr
- φυλακὴν καταλύειν νυκτερινὴν διδάσκομαι.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Σφῆκες, στίχ. 2
- τελειώνω, φέρω εις πέρας
- κατεβάζω κάτι που κρέμεται από τον τοίχο
- λύνω από τον ζυγό, ξεζεύω
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 28
- ἀλλ᾽ εἴπ᾽, ἤ σφωϊν καταλύσομεν ὠκέας ἵππους,
- Και τώρα πες μου, να τους ξεπεζέψουμε τα γρήγορα άλογα,
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ἀλλ᾽ εἴπ᾽, ἤ σφωϊν καταλύσομεν ὠκέας ἵππους,
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 28
- μένω, διαμένω
- ※ 6ος πκε αιώνας [μεσαιωνικά χφφ] ⌘ Αίσωπος, Αἰσώπου μῦθοι, Κλέπτης καὶ πανδοχεύς, 301.1
- κλέπτης κατέλυσεν ἔν τινι πανδοχείῳ.
- Μια φορά ένας κλέφτης κατέλυσε σε κάποιο πανδοχείο.
- Μετάφραση: Κωνσταντάκος, Ιωάννης Μ., Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr Απόσπασμα από το μύθο: Ο κλέφτης και ο πανδοχέας.
- κλέπτης κατέλυσεν ἔν τινι πανδοχείῳ.
- ※ 6ος πκε αιώνας [μεσαιωνικά χφφ] ⌘ Αίσωπος, Αἰσώπου μῦθοι, Κλέπτης καὶ πανδοχεύς, 301.1
- (στη μέση φωνή καταλύομαι) πεθαίνω
- (για πόλεμο) παύω, σταματώ
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 5, 47.3
- καταλύειν δὲ μὴ ἐξεῖναι τὸν πόλεμον πρὸς ταύτην τὴν πόλιν μηδεμιᾷ τῶν πόλεων, ἢν μὴ ἁπάσαις δοκῇ.
- Κανένας από τους συμμάχους δεν θα κάνει ειρήνη με τον εχθρό αυτόν, χωρίς την συμφωνία των άλλων συμμάχων.
- Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greek‑language.gr
- καταλύειν δὲ μὴ ἐξεῖναι τὸν πόλεμον πρὸς ταύτην τὴν πόλιν μηδεμιᾷ τῶν πόλεων, ἢν μὴ ἁπάσαις δοκῇ.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 5, 47.3
- (για ειρήνη) παραβιάζω, καταπατώ
- (στην μέση φωνή) συνάπτω ειρήνη
- (στην παθητική φωνή) καταβιβάζομαι
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ δείτε και λύω
Κλίση
[επεξεργασία]
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Πηγές
[επεξεργασία]- καταλύω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- καταλύω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κατα- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Θρησκεία (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Χημεία (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κατα- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αίσωπο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Θουκυδίδη (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)