ξεζεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεζεύω < μεσαιωνική ελληνική ξεζεύγω και ξεζεύγνω < ξε και αρχαία ελληνική ζεύγνυμι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεζεύω

  1. λύνω τα ζευγμένα βόδια ή τους ημίονους
  2. (παρωχημένο) κατά το μεσαίωνα σήμαινε και το χωρισμό του ζευγαριού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]