τυφλός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | τυφλός | η | τυφλή | το | τυφλό |
| γενική | του | τυφλού | της | τυφλής | του | τυφλού |
| αιτιατική | τον | τυφλό | την | τυφλή | το | τυφλό |
| κλητική | τυφλέ | τυφλή | τυφλό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | τυφλοί | οι | τυφλές | τα | τυφλά |
| γενική | των | τυφλών | των | τυφλών | των | τυφλών |
| αιτιατική | τους | τυφλούς | τις | τυφλές | τα | τυφλά |
| κλητική | τυφλοί | τυφλές | τυφλά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τυφλός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τυφλός
Επίθετο
[επεξεργασία]τυφλός, -ή, -ό
- που δεν μπορεί να δει, επειδή τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη
- ※ Προχωρούσε στα τυφλά απελπισμένος. Τυφλός είναι αυτός που δεν μπορεί να δει, καθώς τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη. Και στραβός έγραφε το βικιλεξικό. Όχι ρε παιδί μου, έβλεπε κανονικά. (Νίκης Μουντράκη, Ταφικά έθιμα / Εκ των άνω, χάρτης, 79, Ιούλιος 2025 )
- ≈ συνώνυμα: στραβός, αόμματος
- που δεν απαιτεί να βλέπει κανείς για να το κάνει σωστά
τυφλό σύστημα γραφομηχανής
- (μεταφορικά) που δεν είναι σε θέση να κρίνει σωστά επειδή εμφορείται από έντονα συναισθήματα
τυφλός από θυμό
- που τυφλώνει, στερεί την κρίση
τυφλό μίσος
- που δεν έχει άνοιγμα
τυφλός τοίχος (χωρίς παράθυρα)
- που έχει πύλη εισόδου αλλά όχι εξόδου
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- στα τυφλά: χωρίς κάποιος να βλέπει, μέσα στο σκοτάδι
- στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
τυφλ-
τυφλ-
- Όροι με τυφλ- — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τυφλός
|
στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος
Πηγές
[επεξεργασία]- τυφλός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- τυφλός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τυφλός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τυφλός
Επίθετο
[επεξεργασία]τυφλός
- όπως τυφλός
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
τυφλ-
τυφλ-
- (Χρειάζεται και περισσότερες δημώδεις λέξεις)
- τυφλίας (είδος φιδιού)
- τυφλίζω
- τυφλίτης (είδος φιδιού)
- τυφλοκάρδιος
- τυφλοκομεῖον
- τυφλοπαθής
- τυφλοπανιάζω
- τυφλοπλαστῶ -έω
- τυφλοποιῶ -έω
- τυφλοποιός
- τυφλόστομα
- τυφλῶ -έω
- τυφλώνω
- τυφλωσία
- τύφλωσις
- τυφλωτικός
Πηγές
[επεξεργασία]- ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | τυφλός | ἡ | τυφλή | τὸ | τυφλόν |
| γενική | τοῦ | τυφλοῦ | τῆς | τυφλῆς | τοῦ | τυφλοῦ |
| δοτική | τῷ | τυφλῷ | τῇ | τυφλῇ | τῷ | τυφλῷ |
| αιτιατική | τὸν | τυφλόν | τὴν | τυφλήν | τὸ | τυφλόν |
| κλητική ὦ! | τυφλέ | τυφλή | τυφλόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | τυφλοί | αἱ | τυφλαί | τὰ | τυφλᾰ́ |
| γενική | τῶν | τυφλῶν | τῶν | τυφλῶν | τῶν | τυφλῶν |
| δοτική | τοῖς | τυφλοῖς | ταῖς | τυφλαῖς | τοῖς | τυφλοῖς |
| αιτιατική | τοὺς | τυφλούς | τὰς | τυφλᾱ́ς | τὰ | τυφλᾰ́ |
| κλητική ὦ! | τυφλοί | τυφλαί | τυφλᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | τυφλώ | τὼ | τυφλᾱ́ | τὼ | τυφλώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | τυφλοῖν | τοῖν | τυφλαῖν | τοῖν | τυφλοῖν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]τυφλός, -ή, -όν, συγκριτικός : τυφλώτερος, υπερθετικός : τυφλώτατος
- τυφλός
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Οἰδίπους Τύραννος, στίχ. 371
- Τυφλὸς τὰ τ' ὦτα τὸν τε νοῦν τὰ τ' ὄμματ' εἶ
τυφλός στ᾽ αυτιά, στο νου, στα μάτια σου είσαι (Μετάφραση, 1936: Φώτος Πολίτης) - (3 μεταφράσεις @greek-language.gr ανεύρεση:2018.09.07.)
- Τυφλὸς τὰ τ' ὦτα τὸν τε νοῦν τὰ τ' ὄμματ' εἶ
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Οἰδίπους Τύραννος, στίχ. 371
Συγγενικά
[επεξεργασία]- (Χρειάζεται επεξεργασία)
- Λέξεις τυφλ- @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts
Πηγές
[επεξεργασία]- τυφλός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τυφλός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Σελίδες που χρειάζονται επιμέλεια (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -λός (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Σοφοκλή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)