τυφλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τυφλός η τυφλή το τυφλό
      γενική του τυφλού της τυφλής του τυφλού
    αιτιατική τον τυφλό την τυφλή το τυφλό
     κλητική τυφλέ τυφλή τυφλό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τυφλοί οι τυφλές τα τυφλά
      γενική των τυφλών των τυφλών των τυφλών
    αιτιατική τους τυφλούς τις τυφλές τα τυφλά
     κλητική τυφλοί τυφλές τυφλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυφλός < αρχαία ελληνική τυφλός

Επίθετο[επεξεργασία]

τυφλός -ή -ό

  1. που δεν μπορεί να δει, επειδή τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη
     συνώνυμα: στραβός, αόμματος
  2. που δεν απαιτεί να βλέπει κανείς για να το κάνει σωστά
    τυφλό σύστημα γραφομηχανής
  3. (μεταφορικά) που δεν είναι σε θέση να κρίνει σωστά επειδή εμφορείται από έντονα συναισθήματα
    τυφλός από θυμό
  4. που τυφλώνει, στερεί την κρίση
    τυφλό μίσος
  5. που δεν έχει άνοιγμα
    τυφλός τοίχος (χωρίς παράθυρα)
  6. που έχει πύλη εισόδου αλλά όχι εξόδου
     αντώνυμα: διαμπερής
    τυφλό τραύμα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • στα τυφλά: χωρίς κάποιος να βλέπει, μέσα στο σκοτάδι
  • στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυφλός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

τυφλός, -ή, -όν , συγκριτικός: τυφλώτερος, υπερθετικός: τυφλώτατος

  1. τυφλός
    Τυφλὸς τὰ τ' ὦτα τὸν τε νοῦν τὰ τ' ὄμματ' εἶ
      τυφλός στ᾽ αυτιά, στο νου, στα μάτια σου είσαι (Μετάφραση, 1936: Φώτος Πολίτης)
    428 π.Κ.Ε.. Σοφοκλής. Οιδίπους Τύραννος, στ.371. (3 μεταφράσεις @greek-language.gr ανεύρεση:2018.09.07.)

Κλίση[επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική τυφλός τυφλή τυφλόν τυφλοί τυφλαί τυφλά
Γενική τυφλοῦ τυφλῆς τυφλοῦ τυφλῶν τυφλῶν τυφλῶν
Δοτική τυφλῷ τυφλῇ τυφλῷ τυφλοῖς τυφλαῖς τυφλοῖς
Αιτιατική τυφλόν τυφλήν τυφλόν τυφλούς τυφλάς τυφλά
Κλητική τυφλέ τυφλή τυφλόν τυφλοί τυφλαί τυφλά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική τυφλώ τυφλά
Γενική-Δοτική τυφλοῖν τυφλαῖν