τυφλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τυφλός < αρχαία ελληνική τυφλός

Open book 01.svg Επίθετο[]

τυφλός -ή -ό

  1. που δεν μπορεί να δει, επειδή τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στραβός, αόμματος
  2. που δεν απαιτεί να βλέπει κανείς για να το κάνει σωστά
    τυφλό σύστημα γραφομηχανής
  3. (μεταφορικά) που δεν είναι σε θέση να κρίνει σωστά επειδή εμφορείται από έντονα συναισθήματα
    τυφλός από θυμό
  4. που τυφλώνει, στερεί την κρίση
    τυφλό μίσος
  5. που δεν έχει άνοιγμα
    τυφλός τοίχος (χωρίς παράθυρα)
  6. που έχει πύλη εισόδου αλλά όχι εξόδου
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: διαμπερής
    τυφλό τραύμα

Εκφράσεις[]

  • στα τυφλά: χωρίς κάποιος να βλέπει, μέσα στο σκοτάδι
  • στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τυφλός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

τυφλός

  1. τυφλός
    Τυφλὸς τὰ τ' ὦτα τὸν τε νοῦν τὰ τ' ὄμματ' εἶ