αόμματος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αόμματος αόμματη αόμματο
γενική αόμματου αόμματης αόμματου
αιτιατική αόμματο αόμματη αόμματο
κλητική αόμματε αόμματη αόμματο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αόμματοι αόμματες αόμματα
γενική αόμματων αόμματων αόμματων
αιτιατική αόμματους αόμματες αόμματα
κλητική αόμματοι αόμματες αόμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αόμματος < μεσαιωνική ελληνική όμματος < ἀ- (στερητικό) + ὄμμα, μάτι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αόμματος, -η, -ο αρσενικό

  1. αυτός που δεν έχει μάτια
  2. αυτός που δεν μπορεί να δει
    συνώνυμα: τυφλός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]