τυφλοπόντικας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τυφλοπόντικας τυφλοπόντικες
γενική τυφλοπόντικα τυφλοπόντικων
αιτιατική τυφλοπόντικα τυφλοπόντικες
κλητική τυφλοπόντικα τυφλοπόντικες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυφλοπόντικας < → δείτε τις λέξεις: τυφλός και ποντικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένας τυφλοπόντικας

τυφλοπόντικας αρσενικό

  • (ζωολογία) το είδος Talpa europea: τρωκτικό μικρού μεγέθους που ζει σε υπόγειες στοές. Έχει μικρά μάτια τα οποία καλύπτονται από επιδερμίδα και για αυτό η όραση του είναι ασθενής. Διαθέτει δυνατούς κυνόδοντες και πολύ απαλό καστανό-γκρίζο τρίχωμα. Τρέφεται με ρίζες και άλλα χόρτα
  • (μεταφορικά) αυτός που συνηθίζει να ζει στο σκοτάδι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]