στραβώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στραβώνω < στραβός + -ώνω < αρχαία ελληνική στρεβλόω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στραβώνω

  1. (μεταβατικό) κάνω στραβό κάτι που είναι ίσιο
    στράβωσε λίγο το σύρμα στην άκρη για να μη βρίσκει αντίσταση όταν το σπρώχνεις
  2. (μεταβατικό) τυφλώνω, συνήθως μεταφορικά
    Ο ήλιος καίει και στραβώνει. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)
  3. (αμετάβατο) γίνομαι στραβός, παύω να είμαι ίσιος
    εκτός από όλα τα άλλα στράβωσε και ο άξονας και πρέπει να πάει στην καλίμπρα
  4. (αμετάβατο) (μεταφορικά) παίρνω λανθασμένη ή κακή τροπή

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]