στρεβλόω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρεβλόω < στρεβλός + -όω < στρέφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *strebʰ-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στρεβλόω

  1. στρίβω
  2. συστρέφω
  3. βασανίζω με σχετικό τρόπο (στρίβοντας)
  4. (μεταφορικά) παραποιώ, διαστρεβλώνω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]