aveugler

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

aveugler < avogler < aveugle

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.vœ.gle/
aveugler 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

aveugler (fr)

  1. τυφλώνω
  2. (κατ' επέκταση) στραβώνω, εμποδίζω κάποιον να δει καθαρά, να κρίνει ξεκάθαρα
    συνώνυμα: éblouir, égarer, troubler
    αντώνυμα: éclairer, guider
  3. φράζω
    συνώνυμα: boucher, calfater

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]