στραβή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | στραβή | οι | στραβές |
| γενική | της | στραβής | των | στραβών |
| αιτιατική | τη | στραβή | τις | στραβές |
| κλητική | στραβή | στραβές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στραβή θηλυκό
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]στραβή