Μετάβαση στο περιεχόμενο

deus

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Deus

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
deus < *dẹ̄os < παλαιά λατινική deiuos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deywós.
Κατά μερικούς σχετίζεται με το αρχαιοελληνικό θεός αλλά τέτοια ετυμολογική σχέση δεν έχει ακόμα αποδειχθεί.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

deus, -ī αρσενικό

  1. (θρησκεία) ο θεός
  2. η θεότητα
  3. επιθετικός προσδιορισμός αυτοκρατόρων
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική deus deī, diī,
γενική deī deōrum, deum
δοτική deō deīs, diīs, dīs
αιτιατική deum deōs
κλητική deus, dive, dee deī, diī,
αφαιρετική deō deīs, diīs, dīs

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
deus < (κληρονομημένο) λατινική deus.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

deus (pt) αρσενικό