παντοδύναμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παντοδύναμος παντοδύναμη παντοδύναμο
γενική παντοδύναμου παντοδύναμης παντοδύναμου
αιτιατική παντοδύναμο παντοδύναμη παντοδύναμο
κλητική παντοδύναμε παντοδύναμη παντοδύναμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παντοδύναμοι παντοδύναμες παντοδύναμα
γενική παντοδύναμων παντοδύναμων παντοδύναμων
αιτιατική παντοδύναμους παντοδύναμες παντοδύναμα
κλητική παντοδύναμοι παντοδύναμες παντοδύναμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παντοδύναμος < μεταγενέστερη ελληνική παντοδύναμος < αρχαία ελληνική πᾶς (αιτιατική: πάντα) + δύναμη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pan.dɔ.ˈði.na.mɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παντοδύναμος

  1. (χαρακτηρισμός του Θεού) αυτός που έχει τη δύναμη να κάνει τα πάντα
  1. (γενικότερα) αυτός που έχει μεγάλη ισχύ (στρατιωτική, πολιτική, κοινωνική, τεχνική κλπ) ή πολύ μεγάλες δυνατότητες
  • είναι παντοδύναμος μέσα στο κόμμα του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]