omnipotent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

omnipotent (en)

  1. παντοδύναμος
  2. (βιολογία) (αλλάζει η προφορά/σπάνιο) παντοδυνητικός

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

omnipotent (fr)