dio

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ίντο (io) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dio (io)

  1. η μέρα



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dio (it) αρσενικό