dio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ίντο (io) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dio (io)



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dio (it) αρσενικό