Μετάβαση στο περιεχόμενο

dei

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

dei (it) αρσενικό



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

dei (la) αρσενικό

  1. γενική ενικού του deus
  2. ονομαστική και κλητική πληθυντικού του deus