Gott

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Gott die Götter
γενική des Gottes der Götter
δοτική dem Gott(e) den Göttern
αιτιατική den Gott die Götter

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Gott (de) (πληθυντικός Götter) αρσενικό, Göttin θηλυκό

  1. Θεός
  2. θεός, θεότητα


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]


Εκφράσεις[]

  • Gott behüte! - Θεός φυλάξοι!
  • Gott sei Dank - ευτυχώς, δόξα τω Θεώ
    Alles ist gut gegangen, Gott sei Dank. - Ευτυχώς/Δόξα τω Θεώ πήγαν όλα καλά.
  • Gott weiß - ένας θεός ξέρει
    Sie sind jetzt Gott weiß wo. - Πού είναι τώρα αυτοί ένας θεός ξέρει.
  • Um Gottes Willen! - Για όνομα του Θεού!


Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]