Μετάβαση στο περιεχόμενο

Από Βικιλεξικό

Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka̠mʲi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

(ja) (kanji) hiragana: かみ, rōmaji: kami

  1. (σιντοϊσμός) πνεύμα ή ουσία παρόν στα πάντα· το κύριο αντικείμενο λατρείας τού σιντοϊσμού
  2. (κατ’ επέκταση, θρησκεία) θεός, θεότητα
  3. (κατ’ επέκταση) βροντή
  4. σιντοϊστικό ιερό
  5. (μεταφορικά) άτομο με εξαιρετικό ταλέντο ή ικανότητες
  6. (διαδικτυακή αργκό, επιθετικός προσδιορισμός) κάτι εκπληκτικό, υπέροχο, φανταστικό, καταπληκτικό

Σύνθετα

[επεξεργασία]
  • 神隠し (かみかくし, kamikakushi, «μυστηριώδης εξαφάνιση από θεϊκή ή υπερφυσική παρέμβαση»)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • στην ιαπωνική Βικιπαίδεια Λήμμα στην ιαπωνική Βικιπαίδεια
  • - Ιαπωνοαγγλικό Λεξικό jisho.org (στα αγγλικά)