θεϊκός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θεϊκός θεϊκή θεϊκό
γενική θεϊκού θεϊκής θεϊκού
αιτιατική θεϊκό θεϊκή θεϊκό
κλητική θεϊκέ θεϊκή θεϊκό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θεϊκοί θεϊκές θεϊκά
γενική θεϊκών θεϊκών θεϊκών
αιτιατική θεϊκούς θεϊκές θεϊκά
κλητική θεϊκοί θεϊκές θεϊκά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεϊκός < θεός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θɛ.i.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /θɛ.i.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /θɛ.i.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θεϊκός, -ή, -ό

  1. (θρησκεία): που ανήκει ή αναφέρεται στο θεό
    η θεϊκή αποκάλυψη
  2. που ξεχωρίζει σε ομορφιά, χάρη, ικανότητα κ.λπ.
    θεϊκό παγωτό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]