Μετάβαση στο περιεχόμενο

go up

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας go up
γ΄ ενικό ενεστώτα goes up
αόριστος went up
παθητική μετοχή gone up
ενεργητική μετοχή going up

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
go up <  δείτε τις λέξεις go και up

go up (en)