increase

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Increase

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
increase increases

Ετυμολογία [επεξεργασία]

increase < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

Ουσιαστικό
ΔΦΑ : /ˈɪn.kriːs/
Audio (ΗΠΑ) 
τυπογραφικός συλλαβισμός: in‐crease
Ρήμα
ΔΦΑ : /ɪnˈkriːs/
Audio (ΗΠΑ) 
τυπογραφικός συλλαβισμός: in‐crease

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

increase (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  1. η αύξηση, η άνοδος
     συνώνυμα: boost, gain, increment, raise (ΗΠΑ), rise (ΗΒ)
     αντώνυμα: cut, decrease, decrement, drop, fall, loss, lowering, reduction, shrinkage
  2. ο απόγονος

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας increase
γ΄ ενικό ενεστώτα increases
αόριστος increased
παθητική μετοχή increased
ενεργητική μετοχή increasing

increase (en)

  1. (μεταβατικό) το να αυξάνω κάτι
     συνώνυμα: increment, raise up (ανεπίσημο)
  2. το να κάνω απογόνους
     συνώνυμα: proliferate, propagate, teem

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]