Μετάβαση στο περιεχόμενο

go beyond

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας go beyond
γ΄ ενικό ενεστώτα goes beyond
αόριστος went beyond
παθητική μετοχή gone beyond
ενεργητική μετοχή going beyond

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
go beyond <  δείτε τις λέξεις go και beyond

go beyond (en)

  • ξεπερνάω
    παράδειγμα  That goes beyond my comprehension.
    Αυτό ξεπερνάει την αντίληψή μου.
    παράδειγμα  The beauty of the scenery went beyond every one of our expectations.
    Η ομορφιά του τοπείου ξεπέρασε κάθε προσδοκία μας.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη exceed