Μετάβαση στο περιεχόμενο

exceed

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας exceed
γ΄ ενικό ενεστώτα exceeds
αόριστος exceeded
παθητική μετοχή exceeded
ενεργητική μετοχή exceeding

exceed (en)

  1. ξεπερνάω, υπερβαίνω, κάτι είναι μεγαλύτερο από έναν συγκεκριμένο αριθμό ή ποσό
    παράδειγμα  Our exports exceeded 1 million euros.
    Οι εξαγωγές μας ξεπέρασαν το 1 εκατομμύριο ευρώ.
    παράδειγμα  Our imports exceeded 1 billion dollars.
    Οι εισαγωγές μας υπερέβησαν το 1 δισεκατομμύριο δολάρια.
     συνώνυμα: pass
  2. ξεπερνάω, υπερβαίνω, κάνω περισσότερα από όσα μου επιτρέπει ο νόμος ή μια εντολή κτλ.
    παράδειγμα  The speaker exceeded the allotted time.
    Ο ομιλητής ξεπέρασε τον καθορισμένο χρόνο.
    παράδειγμα  She exceeded the speed limit.
    Υπερέβη το όριο ταχύτητας.
  3. ξεπερνάω, υπερβαίνω, προσπερνάω, περνάω, εκτελώ κάτι καλύτερο από κάτι άλλο ή κάποια προσδοκία
    παράδειγμα  The beauty of the scenery exceeded all our expectations.
    Η ομορφιά του τοπίου ξεπέρασε κάθε προσδοκία μας.
    παράδειγμα  The result exceeded all expectations.
    Το αποτέλεσμα υπερέβη κάθε προσδοκία.
    παράδειγμα  He exceeded all the other kids in class.
    Προσπέρασε όλα τα άλλα παιδιά στην τάξη.
    παράδειγμα  His stupidity exceeds anything you can imagine.
    Η ανοσία του ξεπερνάει κάθε φαντασία.
    παράδειγμα  He exceeded all in his class.
    Τους πέρασε όλους στην τάξη του.
     συνώνυμα:  best, go beyond, outdo, outperform, overtake, surpass και top