pass

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
pass passes

pass (en)

  1. το πέρασμα, η διέλευση
  2. η άδεια εισόδου

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]


Ρήμα[επεξεργασία]

pass (en)

  1. περνώ (κινούμενος)
  2. προσπερνώ
  3. περνώ (ένα μάθημα, σε εξετάσεις)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]