pass

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
pass passes

pass (en)

  1. το πέρασμα, η διέλευση
  2. η άδεια εισόδου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

pass (en)

  1. περνώ (κινούμενος)
  2. προσπερνώ
  3. περνώ (ένα μάθημα, σε εξετάσεις)