Μετάβαση στο περιεχόμενο

pass by

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας pass by
γ΄ ενικό ενεστώτα passes by
αόριστος passed by
παθητική μετοχή passed by
ενεργητική μετοχή passing by

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pass by <  δείτε τις λέξεις pass και by

pass by (en)

  1. (αμετάβατο) περνάω, προσπερνάω, φτάνω κάποιον ή κάτι και το περνώ και προχωρώ
    παράδειγμα  After passing by the station, turn left.
    Αφού περάσεις το σταθμό, στρίψε αριστερά.
    παράδειγμα  The train passed by like lighting.
    Το τρένο πέρασε σαν αστραπή.
    παράδειγμα  He passed right by us, almost touching us, but didn’t notice us.
    Πέρασε κοντά μας, σχεδόν μας ακούμπησε, αλλά δε μας πρόσεξε.
    παράδειγμα  He passed by me a while ago.
    Με προσπέρασε πριν λίγο.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη pass
  2. (αμετάβατο) περνάω, για χρόνο
    παράδειγμα  Ten years passed by since then.
    Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε.
    παράδειγμα  The time was passing by slowly.
    Η ώρα περνούσε αργά.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη elapse