ψηφίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψηφίζω < αρχαία ελληνική ψηφίζω < ψήφος, μικρή πέτρα.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψηφίζω, στ.μέλλ.: θα ψηφίσω, αόρ.: ψήφισα, παθ.φωνή: ψηφίζομαι, μτχ.π.π.: ψηφισμένος

  1. εκφράζω, μέσω της ψήφου μου, την προτίμησή μου για έναν υποψήφιο ή για μια ιδέα.
    δεν ξέρω ποιον να ψηφίσω
  2. (μεταφορικά) συμφωνώ με μία πρόταση ή κάνω μία πρόταση
    εγώ, παιδιά, ψηφίζω να πάμε σινεμά

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψηφίζω < ψῆφος + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψηφίζω

  1. κάνω λογαριασμό υπολογίζοντας με ψηφίδες
  2. αποφασίζω, ψηφοφορώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • ψῆφον τίθημι και τίθεμαι
  • φέρω την ψῆφον
  • διαφέρω την ψῆφον
  • ψήφισμα ποιοῦμαι


Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ψηφίζω ψηφίζομαι
Παρατατικός ἐψήφιζον ἐψηφιζόμην
Μέλλοντας ψηφιῶ ψηφιοῦμαι/ψηφίσομαι/ψηφισθήσομαι
Αόριστος ἐψήφισα ἐψηφισάμην/ἐψηφίσθην
Παρακείμενος ἐψήφικα ἐψήφισμαι
Υπερσυντέλικος ἐψηφίσμην/ἐψηφισμένος ἦν
Συντελ.Μέλλ. ἐψηφισμένος ἔσομαι


Σημειώσεις[επεξεργασία]