διαφέρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαφέρω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική διαφέρω < δια- + φέρω

Ρήμα[επεξεργασία]

διαφέρω

  1. είμαι διαφορετικός, παρουσιάζω μια ή περισσότερες διαφορές από κάτι άλλο
    σε τι διαφέρει το ατύχημα από το δυστύχημα;
    • (για μεγέθη) είμαι μεγαλύτερος ή μικρότερος από κάτι άλλο
      ※  Στα διάφορα κράτη μέλη (της ΕΕ), παρατηρούνται μεγάλες διαφορές στον τομέα της υγείας, για παράδειγμα: τα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας τον πρώτο χρόνο ζωής διαφέρουν κατά πέντε μονάδες (*)
  2. υπερέχω, ξεχωρίζω
    Δοκιμάστε το προϊόν μας! Διαφέρει!

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαφέρω < δια- + φέρω

Ρήμα[επεξεργασία]

διαφέρω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Πηγές[επεξεργασία]