συγκρούομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκρούομαι < συν + κρούω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συγκρούομαι

  1. πέφτω με ορμή πάνω σε ένα άλλο κινούμενο ή ακίνητο σώμα
    Δύο αυτοκίνητα συγκρούστηκαν μετωπικά στην εθνική.
  2. μάχομαι, πολεμώ εναντίον κάποιου
    οι Έλληνες συγκρούστηκαν με τους Πέρσες πολλές φορές κατά την αρχαιότητα
  3. (γενικότερα) βρίσκομαι σε αθλητική, πολιτική ή άλλου είδους αντιπαράθεση με κάποιον, ανταγωνίζομαι
  4. βρίσκομαι σε αναντιστοιχία
    οι απόψεις που εκφράζεις συγκρούονται με την κοινή λογική

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]